Κώστας Σβόλης – Αρχάγγελοι: θα πάρει χρόνο στην ιστορία να ξαναγίνει ιστορία (Paco Ignacio Taibo II, Αρχάγγελοι)

Από Nikos

Αρχάγγελοι: θα πάρει χρόνο στην ιστορία να ξαναγίνει ιστορία

 

Του Κώστα Σβόλη

 

Δημοσιεύτηκε στο https://poli-k.net/ (22/1/2019)

(https://poli-k.net/archaggeloi-tha-parei-chrono-stin-istoria-na-xanaginei/)

 

 

Το να διηγείσαι σημαίνει να στεριώνεις στη μνήμη, να οικοδομείς αυτό που γνωρίζει την άρνηση, αυτό που ξεχνιέται.

Όσοι και όσες έχουν αγαπήσει τον Paco Ignacio Taibo II μέσα από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα θα νιώσουν ένα ξάφνιασμα όταν αρχίσουν να διαβάζουν το βιβλίο του Αρχάγγελοι, που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Έρμα. Δώδεκα ιστορίες που παραπαίουν ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή, στη δημοσιογραφική έρευνα και στη λογοτεχνική αφήγηση. Δώδεκα ιστορίες για δώδεκα τελείως διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους που ενεπλάκησαν με επαναστάσεις και κοινωνικά κινήματα όχι μόνο από εντελώς διαφορετικές οπτικές, ιδεολογικές αφετηρίες αλλά και μέσα σε ιδιόμορφες κάθε φορά συνθήκες. Έχουν όμως έχουν κάτι κοινό: είναι αρκετά αιρετικοί, ώστε να γοητεύουν τον Taibo για να ασχοληθεί μαζί τους σε πολλά επίπεδα. Κάποιος προσεχτικός αναγνώστης, όσο μπαίνει μέσα στις ιστορίες των Αρχαγγέλων, θα αρχίσει να κάνει τους παραλληλισμούς ανάμεσα στα ιστορικά πρόσωπα που ερευνά ο Taibo και στους ήρωες των αφηγημάτων του. Πρόκειται λοιπόν για ένα ιδιόρρυθμο βιβλίο, που σε φέρνει σε επαφή με το πρωτογενές υλικό του λογοτεχνικού του έργου.

Για τον Taibo η λογοτεχνία δεν είναι παρά ασκήσεις επινόησης: το να διηγείσαι σημαίνει να ανακαλύπτεις εκ νέου, να αναδημιουργείς, να ξανανασταίνεις πράγματα που πλέον δεν υπάρχουν. Ποιος ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα; Το ενδιαφέρον είναι η αίσθηση της πραγματικότητας! Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για αναδημιουργία και όχι για κατασκευή. Αυτά για τα οποία γράφει υπήρξαν κάποτε, μπορεί να υπάρχουν και σήμερα κάπου αλλού και, ίσως, υπάρξουν στο μέλλον.

Η συγγραφή του βιβλίου αυτού κράτησε δεκαπέντε χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η έρευνα του συγγραφέα σκάλισε τις πιο ευφάνταστες πηγές: από τα αστυνομικά ρεπορτάζ του Τύπου και τα αρχεία του κράτους και της αστυνομίας μέχρι ξεχασμένες και αμφίβολης προέλευσης φωτογραφίες, από τα έντυπα και τα μανιφέστα σε πολιτικά και συνδικαλιστικά έντυπα μέχρι οικογενειακές ιστορίες, καλυμμένες από αλλεπάλληλες επιστρώσεις μύθων αλλά και με ορατές τις χαραγματιές από ξεχασμένες πραγματικότητες. Ο Taibo έχει την ικανότητα όχι μόνο να ενώνει τα θραύσματα που συλλέγει, ανασυγκροτώντας έτσι την ιστορία των Αρχαγγέλων του, αλλά και να τους εμφυσά πνοή ζώσας πραγματικότητας μέσα από την τολμηρή αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο και την ανασύσταση διαλογών που κάποτε έγιναν. Οι σκιές του Taibo είχαν κάποτε σάρκα και οστά, σκέψεις, συναισθήματα, λόγο και – πάνω από όλα– πράττειν. Ένα πράττειν που τους τράβαγε προς το κέντρο των επαναστατικών εξελίξεων και ταυτόχρονα τους απομάκρυνε προς την λήθη, αφού δεν γινόταν να καλουπωθούν στα πλαίσια των κυρίαρχων αφηγήσεων, ακόμα και αν αυτές ερχόντουσαν από την σκοπιά των επαναστατημένων. Ας πούμε δυο λόγια για κάποιους από τους Αρχαγγέλους του Taibo, όχι σαν περίληψη των ιστοριών τους αλλά ως έναυσμα μιας δημιουργικής ανάγνωσης.

Ένας δήμαρχος με όπλα

Πώς να χωρέσουν στη φόρμα του πρότυπου και του ινδάλματος μορφές όπως αυτή του μεταρρυθμιστή δημάρχου στο Ακαπούλκο, που συνδυάζει τον κοινοβουλευτισμό με τον ταξικό αγώνα στα όρια της ένοπλης εξέγερσης, που –σαν από παραμύθι, θαρρείς– αναστήθηκε μετά από δυο απόπειρες δολοφονίας;

Μπορείς να σκοτώσεις για την ειρήνη;

Ποιος θα μπορούσε να ταυτιστεί με έναν ρεφορμιστή Αυστριακό σοσιαλδημοκράτη, αγαπημένο παιδί του κόμματος, που όμως η θέση του ενάντια στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο δεν τον φέρνει απλά σε αντιπαράθεση με το κόμμα και τον πατέρα του, αλλά θα τον οδηγήσει στην πολιτική δολοφονία του υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας; Ήταν ο μόνος τρόπος που του είχε απομείνει για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στον πόλεμο χωρίς, όπως έλεγε και ο ίδιος, ούτε μια φορά να ασπαστεί την ατομική ένοπλη βία ή τις ριζοσπαστικές πρακτικές των αναρχικών και των κομουνιστών της εποχής του.

 

 

Ματσέτες και πινέλα

Πόσο τυπικοί κομουνιστές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ο Ντιέγκο Ριβέρα και οι υπόλοιποι μουραλιστές του Συνδικάτου Τεχνιτών, Ζωγράφων και Γλυπτών; Υπεράσπιζαν με τα πιστόλια τους τις τοιχογραφίες τους απέναντι στους συντηρητικούς φοιτητές. Έκαναν πειραματισμούς με μαριχουάνα, για να την απορρίψουν επειδή κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ήταν αρκετά «φτιαγμένοι» από την φύση τους, και θεωρούσαν ότι οι εργάτες θα έπρεπε να έχουν καλύτερο μεροκάματο από τους ίδιους μιας κι όχι μόνο δούλευαν πιο σκληρά από τους ίδιους, αλλά δεν έπαιρναν και την ευχαρίστηση που οι τοιχογράφοι αντλούσαν από τη δουλειά τους.

Μια γυναίκα που έζησε ως όφειλε

Άραγε για μια πολυδαίδαλη προσωπικότητα όπως αυτή της Λαρίσα Ράισνερ, που μπορούσε από πολύ νέα να είναι συγγραφέας, μαχήτρια, αρθρογράφος στον επαναστατικό τύπο,

Λαρίσα Ράισνερ

διπλωμάτισσα ή, για την ακρίβεια, σχεδόν κατάσκοπος, θα υπάρξει θέση ανάμεσα στις κομματικές βιογραφίες; Μια νέα γυναίκα, που –μέσα στη δίνη της επανάστασης– ταξιδεύει όχι μόνο στην «κόκκινη» Ρωσία αλλά και από το Αφγανιστάν, όπου ένας εμίρης με αντιϊμπεριαλιστικές ιδιοτροπίες φλερτάρει με τους Μπολσεβίκους, μέχρι το εξεγερμένο Αμβούργο

του ’23, που για εξήντα δυο ώρες έχει περάσει στον έλεγχο των εργατών. Ξανά πίσω στη Ρωσία, κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα, αφουγκράζεται και γράφει, δουλεύει για το κόμμα και του ασκεί κριτική. Φεύγει νικημένη από τον τύφο το ’26 στο σανατόριο του Κρεμλίνου, λίγο πριν ηττηθεί και η επανάσταση από την πλήρη γραφειοκρατικοποίηση του Μπολσεβίκικου κόμματος.

Ο περαστικός

Πώς χάνονται τα ίχνη ενός περαστικού με το όνομα Σεμπάστιαν Σαν Βισέντε, που εμφανίστηκε σαν κομήτης στο επαναστατικό στερέωμα του Μεξικού στις αρχές της δεκαετίας του ’20, παίρνοντας μέρος στις σκληρές απεργιακές συγκρούσεις των συνδικάτων, κρατώντας δυο περίστροφα και διαβάζοντας τα ανήσυχα βράδια στίχους του Ιταλού ποιητή Λεοπάρντι Τζιάκομο; Ενός ανθρώπου που ήρθε από το πουθενά και περνούσε από τη συνδικαλιστική δράση στην ένοπλη πάλη και στην παρανομία όπως οι πιο πολλοί άνθρωποι περνάνε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Να είναι, άραγε, αλήθεια ή μέρος του μύθου ότι σκοτώθηκε το 1938 στα περίχωρα του Μπιλμπάο στις μάχες που έδινε ένα τάγμα της CNT με τους Φρανκιστές;

Η μοναξία του Ντουρούτι

Ο Ντουρούτι ήταν, ίσως, ο δημοφιλέστερος αναρχικός κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης, οι πρακτικές του όμως δεν έτυχαν της ίδιας υποδοχής από τους ομοϊδεάτες του στο Μεξικό όπου βρέθηκε το 1924 μετά την αποτυχία της αναρχοσυνδικαλιστικής εξέγερσης ενάντια στην δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα στην Ισπανία. Η γραμμή της άμεσης δράσης και της ένοπλης βίας έχει παραγκωνιστεί στις τάξεις της CGT, η οποία προσανατολίζεται πλέον στους μαζικούς αγώνες στην κλωστοϋφαντουργία και στα διυλιστήρια. Η προσπάθεια μαζί με τον σύντροφό του Φρανσίσκο Ασκάσο να χρηματοδοτήσουν τους εργατικούς αγώνες και τον αναρχικό τύπο με τη μέθοδο της απαλλοτρίωσης μένει στον αέρα, καθώς δεν καταφέρνουν να συγκροτήσουν μια ομάδα υποστήριξης. Την ίδια πάνω κάτω εποχή, για την ακρίβεια το ’23, ένας πεισματάρης πενήντα εννιά χρονών περνά στο Μεξικό από τα σκονισμένα σύνορα των ΗΠΑ.

Ξανά και ξανά

Υπάρχουν κάποιες εργατικές φιγούρες που βρέθηκαν από τη μεριά της επανάστασης όχι λόγω της θεωρητικής τους συγκρότησης, αλλά από ένα έντονο ταξικό ένστικτο, το οποίο τους οδηγούσε σε κάθε επαναστατική πράξη και πολιτική επιλογή. Τέτοιες φιγούρες, επειδή από τη μια αποτελούν κομμάτι από την ίδια τη σάρκα της εργατικής τάξης και από την

Ο Μαξ Χέλτς στην Μόσχα

άλλη μπορούν να πραγματοποιήσουν τα πιο παράτολμα σχέδια χρησιμοποιώντας τις πλέον απρόβλεπτες πρακτικές, αναλαμβάνουν σε πολλές περιπτώσεις τον ρόλο που αποδίδεται σε ό,τι θα ονομάζαμε «φυσική ηγεσία» – ειδικά σε καταστάσεις όπου ο ταξικός αγώνας διεξάγεται στα όρια μεταξύ επανάστασης και ολοκληρωτικής καταστολής· σε αυτήν την πάστα αγωνιστών ανήκε και ο Μαξ Χέλτς. Ο πόλεμος καταπίνει τα πάντα, καταναλώνει ανθρώπους, σοδειές σιταριού, τόνους ατσάλι, αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ο Μαξ Χέλτς γίνεται ένας άλλος: του ανατίθεται η παρακολούθηση ενός κομουνιστή «προδότη». Μέσα από την εμπειρία αυτή θα ξαναδεί την προσωπική του διαδρομή. Έτσι, ερμηνεύει εκ νέου τη ζωή που έχει ζήσει μέχρι τα είκοσι οκτώ του και, από περιπλανώμενος εργάτης που δεν ριζώνει πουθενά και πάντα φεύγει, αποφασίζει να στεριώσει στον τόπο της επανάστασης. Δεν χρειάζεται πολλά λόγια, είναι άνθρωπος της πράξης· δεν έχει ανάγκη κόμμα και καθοδήγηση, είναι άνθρωπος της πρωτοβουλίας. Κινείται ανάμεσα στις ριζοσπαστικές οργανώσεις χωρίς να υπακούει σε καμία. Για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια περνά σαν σκιά ανάμεσα στις μαζικές δράσεις των ριζοσπαστικοποιημένων εργατών και στην παρανομία της ένοπλης δράσης, δεν πρέπει να απομακρύνεται από τους συντρόφους τους, αλλά μόνο από την αστυνομία.

Οργανώνει συμβούλια εργατών και ανέργων. Αυτός και οι ομάδες του παίρνουν ολόκληρες πόλεις υπό τον έλεγχό τους, δημιουργούν μικρούς κόκκινους στρατούς. Ηττώνται ξανά και ξανά, η ένταση της σύγκρουσης με την αστυνομία και τον στρατό μεγαλώνει την ίδια ώρα που το εύρος της υποστήριξης από την εργατική τάξη συρρικνώνεται· δεν υπάρχει επιστροφή. Του μένει μόνο η διαφυγή στη Σοβιετική Ένωση, όπου και θάβεται ζωντανός, μέχρι να «βρεθεί» νεκρός στον ποταμό Όκα – η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για ατύχημα με βάρκα. Οι δυο πράκτορες της GPU, που λίγες ώρες πριν είχαν κάνει έρευνα στο δωμάτιό του, μπορεί να είχαν άλλη άποψη, αλλά την κράτησαν για τον εαυτό τους. Η κηδεία του θα γίνει με όλες τις τιμές από την Κομουνιστική Διεθνή. Ο Μαξ Χέλτς δεν είναι μόνο νεκρός· είναι και ηττημένος.

Ο βρομόστομος

Για να διηγηθείς, πρέπει πρώτα από όλα να ακούσεις: να ακούσεις τις ιστορίες έτσι όπως μπερδεύονται με τους μύθους στην τέχνη της προφορικής αφήγησης, όπου εν τέλει το σημαντικό δεν είναι η πιστότητα των γεγονότων αλλά η απόδοση της ατμόσφαιρας της βιωμένης πραγματικότητας. Γιατί η συλλογική μνήμη δεν συγκροτείται μονάχα από την έρευνα και το αρχειακό υλικό αλλά πρωτίστως από την επανατοποθέτηση της ζωής των ανθρώπων μέσα στην ιστορία. Δεν νομίζω να υπάρχουν πολλοί καλύτεροι τρόποι γι’ αυτό

από τους «καπνιστικούς» περιπάτους ενός δεκαπεντάχρονου νεαρού με έναν εξηνταπεντάρη –σε προχωρημένο στάδιο φυματίωσης– στο σανατόριο της πόλης του Μεξικού εν έτη 1965.

Ο φωνακλάς Ιταλός Πιέρο, που ξεπηδούσε από τις αφηγήσεις του Εουσέμπιο Καράντσα, ήταν ένας κοντοστούπης του τάγματος Γκαριμπάλντι των Διεθνών Ταξιαρχιών. Κατάφερνε με τις αθυρόστομες ιστορίες του –μέσα από τα μεγάφωνα των δημοκρατικών– να σπάει το ηθικό των Ιταλών φασιστών που πολεμούσαν στο πλευρό των Φρανκιστών και να γελοιοποιεί τους αξιωματικούς τους στα μάτια των φαντάρων. Είναι ένα πρόσωπο μυθικό και ιστορικό συνάμα. Ο Taibo, πέρα από τις αφηγήσεις του Καράντσα, δεν βρήκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξή του. Η φιγούρα του βρομόστομου καταγράφηκε στη μνήμη του συγγραφέα, πλάι σε εκείνη του Ιταλού παππού του, του Αντόλφο, και των οικογενειακών μύθων που άκουγε γι’ αυτόν, μύθοι που κι αυτοί ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν. Όμως και τα δύο αυτά πρόσωπα είναι από το υλικό που φτιάχνουν οι φυλές των από κάτω, των καταπιεσμένων και των εξεγερμένων· από το υλικό της ιστορίας που σπάνια καταγράφεται και των μύθων που συνεχίζουν να ψιθυρίζονται.

*Διόρθωση-επιμέλεια κειμένου: Αρετή Μουσουλιώτη

You may also like