Κλεονίκη Αλεξοπούλου – Κόκκινο κουβάρι σε νερό ή αλλιώς «Ιστορίες του Πάστορα Βογκ» του Δημήτρη Τσεκούρα – Posted in: Αναγνώσεις..., Νέα

Κλεονίκη Αλεξοπούλου

Κόκκινο κουβάρι σε νερό ή αλλιώς «Ιστορίες του Πάστορα Βογκ» του Δημήτρη Τσεκούρα

 

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Marginalia (29/7/2021)

 

Επιστήμονες και φιλόλογοι έχουν βίτσιο με τις κατηγοριοποιήσεις, τις ταξινομήσεις και με κάθε λογής πρακτικές τακτοποίησης. Στην προσπάθειά μου λοιπόν να τακτοποιήσω τον Δημήτρη Τσεκούρα -ή τουλάχιστον τον Πάστορα Βογκ- αναρωτήθηκα σε ποιο είδος λόγου και σε ποιο λογοτεχνικό ρεύμα ανήκει. Οι απαντήσεις μου δεν ήταν πολύ ξεκάθαρες κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ότι γράφω εδώ περισσότερο ως αναγνώστρια παρά ως ειδικός.

 

Τι είναι οι Ιστορίες του Πάστορα Βογκ; Είναι διηγήματα; Πεζογραφήματα σε κάθε περίπτωση. Είναι όμως και δοκιμές λόγου με φιλοσοφικές και ποιητικές προεκτάσεις. Η πιο κατάλληλη λέξη είναι πράγματι αυτή που μας δείχνει ο τίτλος: Ιστορίες. Ο Δημήτρης Τσεκούρας είναι καταρχάς ένας story-teller.

 

Και σε ποιο ρεύμα ανήκουν οι ιστορίες του; Θα έλεγα ότι είναι μαγικές, σουρεαλιστικές ιστορίες που όμως μας γυρίζουν στην πραγματικότητα. Είναι σχεδόν πιο πραγματικές, πιο αληθινές από τις αληθινές ιστορίες. Όπως με το sci-fi, που κάποιες φορές αναχωρεί από την πραγματικότητα, δραπετεύει από αυτή, για να μας δείξει όμως κάτι γι’ αυτήν. Να μας αποκαλύψει κάποια πλευρά της που υπό άλλες συνθήκες έμενε κρυμμένη. Όπως π.χ. στην ιστορία για τη «νεκρή τραγουδίστρια», όπου ο συγγραφέας μας προσφέρει ένα άλλο βλέμμα από το κυρίαρχο, μιντιακό -ηθικιστικό- βλέμμα. Η φυγή ως επιστροφή, όπως είχαμε ονομάσει αυτήν την διαδικασία στο αφιέρωμα των Marginalia στην εικοτολογική μυθοπλασία.

 

Πρόκειται για στοιχεία μαγικού ρεαλισμού; Ναι, αλλά χωρίς το «γλυκερό» ορισμένων Λατινοαμερικάνων συγγραφέων (όχι ότι τους αποδοκιμάζω, αντιθέτως τους αγαπώ, αλλά καμιά φορά αγαπά κανείς από απόσταση). Πρόκειται για μαγικά/σουρεαλιστικά στιγμιότυπα, που εκφράζονται όμως με ευθύτητα, σε πιο καθαρές αφηγηματικές γραμμές, χωρίς πολλές φιοριτούρες. «Φιόρι» είναι στα ιταλικά τα λουλούδια, χωρίς λουλούδια λοιπόν και στολίδια.

 

Κι εδώ κάπου αναρωτήθηκα τι γεωμετρικό σχήμα θα είχε η γραφή του Δημήτρη Τσεκούρα (τσεκούρι, όνομα και πράγμα) αν την ζωγράφιζα. Και αμέσως κατέληξα ότι θα ήταν μάλλον ένα χυτό, μακρόστενο ορθογώνιο σκοτεινών χρωματισμών, σαν το μαύρο ράσο στο οποίο μεταμορφώθηκε ο Σχεδιαστής στην δεύτερη ιστορία του βιβλίου. Όχι Κύκλος (για όνομα του Θεού, δεν είμαστε στην αρχαία Ελλάδα), ούτε ένα στείρο, «φασιστικής» τελειότητας τετράγωνο, ούτε καν ένα ανισομερές, αλλά δεσμευτικό, εξαρτητικό τρίγωνο. Αν με έβαζαν να ζωγραφίσω, να εικονοποιήσω την γραφή του Δ.Τ., θα ήταν ένα χυτό παραλληλόγραμμο σχήμα σαν αυτά του Νταλί των οποίων οι διαστάσεις πάλλονται, αλλάζουν μες στον Χρόνο.

 

Ως προς το ύφος, θα έλεγα ότι η ειρωνεία, η χλεύη κι ο σαρκασμός παίζουν ρόλο, αλλά πρόκειται για έναν γλυκό κυνισμό, για μια «ανθρωπιστική» κριτική, παρά για έναν μισανθρωπισμό μολιερικού τύπου. Κι εκεί συναντιόμαστε. Γιατί οι ωμές περιγραφές κι οι δηκτικοί χαρακτηρισμοί προκύπτουν -ή συνοδεύονται εν πάση περιπτώσει- από μια αγάπη για τον άνθρωπο, από μια πίστη σε μια καλύτερη εκδοχή του ανθρώπου, που δεν γνωρίζω αν είναι πεποίθηση θρησκευτικής ή νιτσεϊκής έμπνευσης (ή παραδόξως και τα δυο!).

 

Διαισθάνομαι πάντως την απουσία -και άρα την ενδεχόμενη παρουσία- ενός Υπερανθρώπου, ενός Γκρόσμαν (σαν τον ήρωα στην ιστορία του Μπάτλερ). «Γκρόσμαν» στα γερμανικά σημαίνει άλλωστε «ο μεγάλος άνδρας» ή -καλύτερα- «ο μεγάλος άνθρωπος». Ο Δ.Τ. βλέπει τον άνθρωπο ως σώμα: αυτή «είναι η μόνη στοιχειωδώς ορατή εκδοχή του Ανθρώπου» (σελ. 47). Αλλά τον βλέπει κι ως κάτι παραπάνω από υποδοχέα φαγητού. Ακόμα κι αν αυτό το κάτι παραπάνω τον κάνει να φαίνεται αχάριστος απέναντι στη ζωή (σελ.63).

 

Χωρίς να θέλω να πέσω στην παγίδα κάποιας αταίριαστης -σύμφωνα με άλλα κριτήρια- σύγκρισης, αυτός ο γλυκός κυνισμός κι ο πόνος από τον οποίο μάλλον προκύπτει, μου θύμισε τον πόνο άλλων συγγραφέων στις Σχέσεις τους με τους ανθρώπους (με Σ κεφαλαίο, όπως στην ιστορία για την Σημασία) και το ευρύτερο περιβάλλον τους, όπως π.χ. η θεατρική συγγραφέας Σάρα Κέιν. Ή επίσης ο Εντουάρ Λουί που μας αφηγείται τα «σκατά» της γαλλικής επαρχίας, μήπως κάποτε μπορέσουν να αλλάξουν αυτά τα σκατά και γίνουν κάτι άλλο. Επειδή πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να αλλάξουν τα πράγματα και να γίνουν κάτι άλλο. Όπως λέει κι ο ήρωας στο Μπρικ, «την ίδια ακριβώς στιγμή που έλεγα αποκλείεται σκεφτόμουν: Και γιατί αποκλείεται δηλαδή;»

 

Το Μπρικ είναι μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες κι αφορά μια ολόκληρη πόλη βουτηγμένη στο φαγητό, στην αδηφαγία. Μια πόλη κολλημένη στο στοματικό στάδιο με φροϋδικούς όρους. Καμιά καλλιτεχνική δημιουργία εκεί ούτε καν μια κάποια σεξουαλικότητα του γεννητικού σταδίου. Κανένα άνοιγμα, μόνο μια έξοδος διαφυγής με το τρένο, για άγνωστο προορισμό.

 

Κι εδώ μια προσωπική παρένθεση: δεν ξέρω αν μοιράζομαι την απέχθεια που νιώθει ο Ραφαήλ ανήμερα του Πάσχα απέναντι στον οικογενειακό μικροαστισμό, μια κι ήμουν πάντα διχασμένη σαν τον Λύκο της Στέπας του Έσσε, όταν περνούσε από την φροντισμένη είσοδο της σπιτονοικοκυράς του. Κάποιοι άνθρωποι δηλαδή παίρνουμε παραδόξως μια ευχαρίστηση από την «σταθερότητα» του μικροαστισμού, κατά έναν παράξενο τρόπο μας ανακουφίζει η σταθερή αναπαραγωγή του εκεί έξω, παρόλο που ιδιοσυγκρασιακά μας είναι μάλλον ξένη… Σε κάθε περίπτωση, παρατηρώ ότι αυτή η αποκοπή από τον οικογενειακό μικροαστισμό -ειδικά στην ελληνική επαρχία- απασχολεί κι άλλους συγγραφείς της νέας γενιάς, που θέλουν να σπάσουν μια για πάντα τα δεσμά (όπως π.χ. η Βίβιαν Στεργίου στις δικές της ιστορίες στο Μπλε Υγρό).

 

Ας επιστρέψουμε όμως στον Πάστορα και στη γραφή του Δ.Τ, που έχει κάτι το χειμαρρώδες, το καταιγιστικό, ενδεχομένως και το ανοικονόμητο. Λατρεύει τις επαναλήψεις, κι ενώ σε άλλο πλαίσιο οι επαναλήψεις θα μπορούσαν να απωθούν (μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό επίδοξοι γραφιάδες στα σόσιαλ μίντια που επαναλαμβάνουν ένα υποκείμενο ή ένα ρήμα χάριν έμφασης και φτηνού συναισθηματισμού), ο Δ.Τ. μετατρέπει τη φαινομενικά επιφανειακή επανάληψη λέξεων και φράσεων σε εργαλείο καταβύθισης. Τι εννοώ; Ανήκει στους συγγραφείς που δεν στέκονται, δεν στηρίζονται τόσο στην πλοκή ούτε καν στo στήσιμο των χαρακτήρων, σε κάποιου είδους ηθογραφία. Καταφέρνουν όμως να πάρουν μια στιγμή, μια σκέψη, μια κίνηση ή ένα συναίσθημα και να βουτήξουν σε αυτό. Το ξεψαχνίζουν, το τεμαχίζουν, το κάνουν «κομφετί».

 

Μου θυμίζει σε αυτό την αγαπημένη, αλλά και ιδιόρρυθμη γραφή της Βραζιλιάνας Κλαρίσε Λισπέκτορ. Όπως η Λισπέκτορ θα αφιερώσει σελίδες επί σελίδων στη συνάντηση της ηρωίδας της με μια κατσαρίδα, το σοκ που αυτή η συνάντηση της γέννησε (και της χάρισε τον τιμητικό χαρακτηρισμό «ο θηλυκός Κάφκα»), έτσι κι ο Δ.Τ. σε μικρότερη κλίμακα θα αφιερώσει ολόκληρες παραγράφους για την φύση του φόβου, της προδοσίας, της απουσίας ή θα αφιερωθεί σε μια λεπτομερή ανατομία της Αϋπνίας στην ιστορία Sniffing.

 

Κι ενώ μπορεί να επαναλαμβάνονται πολλάκις λέξεις-κλειδιά, αυτή η επανάληψη δεν οδηγεί στον πλεονασμό ή στην ανία, αλλά δίνει νεύρο στην αφήγηση, δένει τα επιμέρους κομμάτια, τα κρατά ενωμένα σε ένα σύνολο, τα κάνει όλον. Για όλους αυτούς τους λόγους η γραφή του είναι υπαρξιακή -ίσως και υπαρξιστική. Δεν περιγράφει ακριβώς, δεν αρκείται στο εξωτερικό περίβλημα των πραγμάτων, βλέπει ΜΕΣΑ στα πράγματα. Αναστοχάζεται συνεχώς πάνω στα πράγματα και στην διαδικασία συνειδητοποίησής τους. Στη συνειδητοποίηση των λεπτών ορίων, του πέπλου που μας χωρίζει από την «πραγματικότητα» και το παράλογο (όπως έκανε και στο προηγούμενο βιβλίο του, την Πόρτα).

 

Ο Δ.Τ. αγαπά επίσης τους ορισμούς, «η γλώσσα είναι γέννηση…, δικαιοσύνη είναι…κλπ». Κι εδώ φαινομενικά θα μπορούσε κανείς να του «προσάψει» τον επιστημονικό ψυχαναγκασμό, για τον οποίο έκανα λόγο στην αρχή. Την ανάγκη να ταξινομούμε και να κατατάσσουμε, να τακτοποιούμε το χάος και να του δίνουμε δομή, γιατί έχουμε την κρυφή ελπίδα ότι με τη δομή θα έρθει κι η Σημασία, θα φανερωθεί το νόημα του Κόσμου. Όμως ο λόγος του Δ.Τ. νομίζω ότι δεν είναι τόσο τακτοποιητικός, είναι απλώς (ή όχι και τόσο απλώς) φιλοσοφο-ποιητικός. Έχει την ορμητικότητα του βιώματος, της βύθισης στο βίωμα, όπως είπαμε παραπάνω, και ταυτόχρονα την απόσταση του αναστοχασμού. Αυτός ο συνδυασμός είναι ιδιαίτερα θελκτικός -τουλάχιστον για μένα- και κάποια σημεία, κάποια παιχνίδια με τις λέξεις, τα βρίσκω σχεδόν αφοπλιστικά.

 

Ο James Baldwin λέει για την διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας ότι: «Η εμπειρία της γέννησης, του πόνου, του έρωτα και του θανάτου είναι ακραίες καταστάσεις -ακραίες, πανανθρώπινες και αναπόφευκτες. Όλοι το γνωρίζουμε και όλοι θα προτιμούσαμε να το αγνοούμε. Ο καλλιτέχνης βρίσκεται εδώ για να καταδείξει τις αυταπάτες στις οποίες παγιδευόμαστε κατά την προσπάθειά μας να αποφύγουμε αυτή τη γνώση. […] Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί ούτε πρέπει να θεωρεί τίποτα ως δεδομένο, αλλά πρέπει να οδηγείται στην καρδιά κάθε απάντησης και να αποκαλύπτει την ερώτηση που αυτή κρύβει. […] Οι κοινωνίες δεν αντιλαμβάνονται ποτέ ότι ο πόλεμος ενός καλλιτέχνη με την κοινωνία του είναι ένας πόλεμος εραστών. Και, στα καλύτερά του, κάνει ό,τι κάνουν οι εραστές: αποκαλύπτει στον εαυτό του τον έρωτά του και με αυτή του την αποκάλυψη πραγματώνει την ελευθερία» (The creative process, 1962). Ο Δημήτρης Τσεκούρας εφαρμόζει τις αρχές αυτές με την ευλάβεια που ταιριάζει στο alter ego ενός Πάστορα.