Λίνα Πανταλέων – Οι απαρηγόρητες ατέλειες της ύπαρξης (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η Άννα και οι αρσενικοί) – Posted in: Αναγνώσεις..., Νέα

Λίνα Πανταλέων

Οι απαρηγόρητες ατέλειες της ύπαρξης

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή (25/10/2020) 

 

Η ατυχία, η βλακεία, η σοφία, η εθελοτυφλία, η υπέρμετρη φιλοδοξία είναι μερικές μόνο από τις οδούς που οδηγούν στην απογοήτευση. Καθένας που συνειδητοποιεί πως, παρά τις προσπάθειες και τις προσδοκίες του, κατέληξε υποχείριο οικτρών αποτυχιών γίνεται άθυρμα ενός ακατάσχετου θυμού. Ο μειλίχιος, δολίως αβρά εκφρασμένος κυνισμός που διατρέχει τη γραφή του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη είναι απόρροια χρόνιας αποκαρδίωσης. Στα εννέα διηγήματα του βιβλίου το κακό, στις πιο καθημερινές του όψεις, εφορμά στο κενό που έχει αφήσει η απώλεια της αγάπης. Σπάνια η κακία εκδηλώνεται σαν συντριπτικός όλεθρος. Συνηθέστερα είναι μια εσωτερική, βραδυφλεγής φθορά, που κατατρώει κάθε παρηγορητική αυταπάτη. Η κακία που ρημάζει τους ήρωες, μια κακότητα προσηλωμένη στον εαυτό κυρίως, εκρέει από την τεταμένη ηθική τους εγρήγορση. Η ευτέλεια της πραγματικότητας τους εξαγριώνει, τους πονάει. Και ο ανήμερος πόνος δεν αντέχει κανενός είδους εξωραϊσμό.

Η Αννα, που διαρκώς περιβάλλεται από αρσενικά, είναι μια νεαρή γυναίκα παγιδευμένη σε βουβή απελπισία. Αφήνει το νευρώδες κορμί της να γίνει παρανάλωμα στους δρόμους, όπου ουρλιάζει η αγανάκτηση, αλλά δεν αφήνει την αγάπη να την τρομάξει. Ο πιστός σκύλος της, που είναι και ο αφηγητής του διηγήματος, δεν καταφέρνει να την αποσπάσει από τον αχάιδευτο εαυτό της. Η Αννα πάλλεται και ωρύεται, υπερασπίζοντας δημόσια αγαθά, δεν βρίσκει όμως τη δύναμη να βγει στ’ αλήθεια από το σπίτι της, να διακινδυνεύσει προσωπικά. Ο σκύλος την έχει δει να κλαίει μόνη της. «Η Αννα είναι έτσι κι αλλιώς λυπημένη, δεν χρειάζονται οι ασχήμιες των άλλων για να τη φέρουν σ’ αυτή την κατάσταση».

Περίλυπος μέσα σε ένα ιγκλού από φελιζόλ, ένας άντρας συλλογίζεται πως «ίσως δεν ήταν αυτός που πίστευε πως είναι». Από τη θλίψη τον βγάζει ένα κορίτσι που έρχεται να του μιλήσει στη γλώσσα του, σε μια φανταστική διάλεκτο Εσκιμώων. Κάποιες φορές ο έρωτας είναι ακαταλαβίστικος. Αλλες φορές πάλι, σαρκοβόρος. «Ο άντρας που έπαψε να αγαπάει τις γυναίκες» το συνειδητοποίησε με τον πιο εφιαλτικό τρόπο.

Το καλό έχει τα όριά του. Στην «Ανεξέλεγκτη καλοσύνη», ένας τηλεμαραθώνιος που διοργανώνεται υπέρ ενός άρρωστου παιδιού καταλήγει σε φιάσκο εξαιτίας του αστρονομικού ποσού που συγκεντρώθηκε. Τόση ανθρωπιά δεν είχε προηγούμενο. Η φιλευσπλαχνία των αρωγών γέμισε ρωγμές μέχρι να γίνει θρύψαλα. «Ηταν μια οριακή στιγμή, σαν να είχε ξεπεραστεί ένα ψυχολογικό όριο πέρα από το οποίο δεν υπήρχε επιστροφή».  
Χωρίς αμφιβολία το εκλεκτότερο διήγημα του βιβλίου είναι το τελευταίο, που εξεικονίζει το πεποικιλμένο ψυχορράγημα ενός ιεράρχη.

Ο θάνατος μεγεθύνεται σε μυσταγωγία, φορτισμένη από τον άνεμο που λυσσομανά, τα ιερά κειμήλια που διακοσμούν το θνήσκον σώμα, τις δεήσεις και τις προσευχές των παρατρεχάμενων πενθούντων. Ο Τζαμιώτης παρακολουθεί ένα πνεύμα που δεξιώθηκε την απόλυτη αλήθεια, τον λόγο του Θεού, να λυγίζει την έσχατη ώρα για την αμέλεια της αγάπης. Γύρω από τον ετοιμοθάνατο ιεράρχη συρίζουν οι μωροφιλοδοξίες των επιγόνων του.

Μέσα από αυτή την οχλοβοή, όχι πιο ηχηρή από έναν ψίθυρο ή ένα νεύμα, η σκέψη του ιεράρχη προσηλώνεται σε μια γυναίκα που η πρωταρχική ιδιότητά της ήταν η μητρική. Με την ανάκληση της μορφής της, τον συγκλονίζει ένα άφατο παράπονο. «Αγάπη· κανείς δεν τον προειδοποίησε για τις επιπτώσεις της έλλειψής της». «Αργά μα ωστόσο έγκαιρα μαθαίνει πως το απόλυτο φως τυφλώνει εξίσου με το πυκνότερο σκοτάδι». Αυτό το αριστούργημα των τελευταίων σελίδων, που οι λέξεις αποθεώνουν σε τεχνούργημα του μπαρόκ, κάνει το βιβλίο πολύτιμο.