Άγης Αθανασιάδης – Kill, kill, kill!

Από Nikos

Άγης Αθανασιάδης

Kill, kill, kill!

 

Στο «ΗΜΟΥΝ Η ΝΤΟΡΑ ΣΟΥΑΡΕΖ», η βία και η κτηνωδία έχουν άλλο πρόσωπο, αλλά η «δοκιμασία» στις αντοχές του αναγνώστη συνεχίζεται. Ο ευφυέστατος Derek Raymond, αναπτύσσει μια απόλυτα ρεαλιστική (πιο «ρεαλιστική» δεν γίνεται) ιστορία, όπου κι εδώ έχουμε όχι μόνο έναν «απόλυτα Κακό» λογοτεχνικό ήρωα, που είναι όμως ταυτόχρονα κι ένας ζωντανός χαρακτήρας που θα μπορούσε να βρίσκεται διαρκώς δίπλα μας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα μαγαζιά που διασκεδάζουμε, στον δρόμο που περπατάμε. Είναι ένα «ταξίδι» μέσα στην παράνοια που μόνο στην απόλυτη φρίκη μπορεί να σε οδηγήσει.

Οι πρώτες 44 σελίδες του βιβλίου, δεν αστειεύονται! Ο αναγνώστης εισέρχεται στην «καρδιά του σκότους» κατευθείαν, χωρίς καθυστέρηση. Ο νεαρός δολοφόνος, εισβάλλει με ένα τσεκούρι, στο σπίτι που φιλοξενείται η Ντόρα Σουάρεζ και την τεμαχίζει (κυριολεκτικά), ενώ η άτυχη γηραιά κυρία Μπέτι Κάρστερς που άκουσε τον θόρυβο μέσα στο διαμέρισμά της, θα πεταχτεί σαν σακί πάνω στο ψηλό επιδαπέδιο ρολόι, όπου θα βρει τον θάνατο από την πρόσκρουση. Ο δολοφόνος όμως δεν θα αρκεστεί σε αυτά. Θα κατακρεουργήσει  το πτώμα της Ντόρα Σουάρεζ, θα εκσπερματώσει πάνω του, θα γλείψει το αίμα, θα αφοδεύσει. Αφού τα κάνει όλα αυτά, θα φύγει και θα πάει στο σπίτι, του Φέλιξ Ροάτα, συνιδιοκτήτη ενός κλαμπ με τον οποίο φαίνεται να έχουν μια οικονομική δοσοληψία, και θα τον στείλει στον άλλον κόσμο, ρίχνοντάς του από πολύ κοντινή απόσταση μια σφαίρα που του διαλύει το κεφάλι (κυριολεκτικά).

Ο ανώνυμος ντετέκτιβ που θα κληθεί από την αστυνομία να αναλάβει την υπόθεση, είναι ο ίδιος που είναι βασικός ήρωας στο «Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά», βιβλίο της σειράς των «Factory novels» (περισσότερα γι’ αυτή τη σειρά, μπορείτε να διαβάσετε στο κείμενό μου για το «Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά»). Στο «Ήμουν η Ντόρα Σουάρεζ» είναι ανθυπαστυνόμος που έχει απολυθεί από το σώμα λόγω συμπεριφοράς, αλλά καλείται πίσω εσπευσμένα στο «Εργοστάσιο» (όπως αποκαλείται το τμήμα στο οποίο υπηρετεί – ένα ιδιαίτερα σκληρό και βίαιο τμήμα, που χρησιμοποιούν πολλές φορές ανορθόδοξες μεθόδους). Προσπαθώντας να ξετυλίξει το νήμα της υπόθεσης, ο ανθυπαστυνόμος βρίσκει το ημερολόγιο της Ντόρα Σουάρεζ, όπου θα εισέλθει σε έναν ιστό της αράχνης, γεμάτο διαφθορά, βία και ζόφο. Αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι ο φόνος της Ντόρα Σουάρεζ και του Φέλιξ Ροάτα, που έγινε μερικά χιλιόμετρα μακριά, συνδέονται μεταξύ τους και το κλειδί βρίσκεται στο κλαμπ που είχε τελευταίος. Όσο περισσότερο όμως εισέρχεται στις λεπτομέρειες της ιστορίας και σε συνδυασμό με την ευαισθησία που βγαίνει από τα γραπτά της δολοφονηθείσας κοπέλας, κυριεύεται από μια συνεχή εμμονή να την «δικαιώσει».

Αν ο αναγνώστης πιστέψει ότι αυτό το κρεσέντο της βίας και της φρίκης, εξαντλείται στην αρχή, πλανάται… Αυτό που ακολουθεί με τα ευρήματα μέσα στον επάνω όροφο του κλαμπ, , είναι αδιανόητο, και δείγμα της αχαλίνωτης φαντασίας του συγγραφέα. Από την άλλη όμως έχουμε και το πάθος του ανθυπαστυνόμου για την Ντόρα Σουάρεζ, που γίνεται (ερωτική ουσιαστικά) εμμονή, και που οδηγείται αργά αλλά σταθερά στην παράνοια και στην προσωπική εκδίκηση απέναντι σε έναν διαταραγμένο και άρρωστο δολοφόνο. Το φινάλε του βιβλίου ελαφρώς απογοητεύει καθώς η (πολυαναμενόμενη) κορύφωση δεν έρχεται, σε μια ιστορία ηλεκτρισμένη και τελείως παρανοϊκή.

«Οι πληκτικοί και οι δολοφόνοι είναι περίπου το ίδιο, οι περισσότεροι φόνοι οφείλονται είτε στην ανία είτε στην απελπισία. Οι δολοφόνοι, σε αντίθεση με τους απλούς ανθρώπους, σκοτώνουν επειδή τους είναι τρομερά δύσκολο να είναι ευγενικοί. Οι περισσότεροι δολοφόνοι έχουν αστική καταγωγή ή, ακόμα χειρότερα, επειδή έχουν εξαναγκαστεί να βρίσκονται σε εργατικό περιβάλλον, αναπαράγουν το αστικό.(…)

Αυτός ο δολοφόνος είχε πάρα πολύ σοβαρά σεξουαλικά προβλήματα. Δεν είχε ιδέα από που προέρχονταν, φυσικά, αφού δεν είχε καμία δυνατότητα να τα διακρίνει. Μια μορφή που έπαιρνε το πρόβλημά του (μακάρι να είχε σταματήσει εκεί!) ήταν το απόλυτο, αν και ασυνείδητο, μίσος που έτρεφε προς το μοναδικό μέρος του εαυτού του πάνω στο οποίο, αν και ήταν προσαρτημένο στο σώμα του, δεν είχε κανένα έλεγχο: το πουλί του.
Είχε αρχίσει να το τιμωρεί γι’ αυτόν τον λόγο από τότε που ήταν ακόμα πολύ νέος, για την ακρίβεια από την πρώτη φορά που μια γυναίκα το προκάλεσε να κάνει τη δουλειά του και απέτυχε. Στα δεκαπέντε του, την πρώτη του φορά, εκείνη την πρώτη φοβερή στιγμή στη ζωή ενός νεαρού άντρα, τον απογοήτευσε σαν σκασμένο λάστιχο. Εξαιτίας της ακλόνητης και απόλυτης άρνησής του να σηκωθεί, αυτό το μέρος του σώματός του απέδειξε ότι δεν ήταν εκείνο το ανώτερο ον που νόμιζε. Αντιθέτως, αυτό το συρρικνωμένο αλλά ζωτικό μικρό μέρος του κούρνιαζε αδύναμο, όπως έκανε έκτοτε κάθε φορά, με μια αρνητική αλλά ελεγκτική αυθάδεια, πεσμένο πάνω στον μηρό του σαν γερομπεκρής σε κάποιο μπαρ, κλείνοντάς του λίγο-πολύ το μάτι πονηρά, προκαλώντας τον να κάνει κάτι. Στο τέλος τού έδωσε ένα τόσο γερό χαστούκι, που ούρλιαξε από τον πόν πόνο που προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του, ενώ το κορίτσι, μπροστά στο άσχημο θέαμα της ανικανότητάς του, έγινε καπνός. Έτσι το πρώτο φαλλικό αίμα που έχυσε ποτέ ήταν το δικό του. Το κορίτσι που νόμιζε ότι ήταν δικό του, πολύ λογικά, την κοπάνησε αμέσως από το δωμάτιο κι έφυγε μακριά από εκείνο το φτηνό ξενοδοχείο στην Καλιντόνιαν Ρόουντ».

Ο Raymond περιγράφει στο βιβλίο του, τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, εξερευνώντας θέματα εξουσίας, βίας και λύτρωσης. Είναι ένα κολασμένο ταξίδι προς την άβυσσο με το οποίο ο αναγνώστης νιώθει διαρκώς άβολα και δυσάρεστα, με τρομερό αφηγηματικό ρυθμό, αγχώδη και ξέφρενο, όπου δεν υπάρχει κάποιος χαρακτήρας θετικός – ακόμα και ο ανώνυμος ανθυπαστυνόμος που έλκεται από την νεκρή Ντόρα Σουάρεζ, δεν μπορεί να πει κανείς ότι είναι κάνα πρότυπο.

Νοσηρό και ευρισκόμενο διαρκώς σε μια ισορροπία τρόμου, ζοφερό και απόκοσμο το βιβλίο, σκοτεινό και άκρως ρεαλιστικό, μας μεταφέρει σε ένα Λονδίνο διαστροφικό και πέρα από κάθε ηθικό φραγμό. Το «ΗΜΟΥΝ Η ΝΤΟΡΑ ΣΟΥΑΡΕΖ», είναι ένα μυθιστόρημα που έγινε cult, που απέκτησε φανατικούς θαυμαστές και που μεταφέρθηκε στο θέατρο σε μια multimedia παράσταση. Είναι ένα βιβλίο που σε γοητεύει και το ρουφάς, που σε ακολουθεί για μέρες, αλλά δεν είναι για όλους – συνιστάται σε αποστασιοποιημένους αναγνώστες και όχι εκείνους που επηρεάζονται εύκολα.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Librofilo.

 

You may also like